ἑτεροκρανία

ἑτερο-κρᾱνία, ,
A pain on one side of the head (cf. ἡμικρανία), Archig. ap. Gal.8.94, Aret.CD1.2, etc. (also [suff] ἑτερο-κράνιον, τό, Gal.14.400). Adj. [suff] ἑτερο-κρᾱνικός, ή, όν, liable to such pain, Antyll. ap. Orib.10.19.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτεροκρανία — ἑτεροκρανίᾱ , ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem nom/voc/acc dual ἑτεροκρανίᾱ , ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκρανίᾳ — ἑτεροκρανίᾱͅ , ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροκρανία — ἑτεροκρανία, ἡ (Α) η ημικρανία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + κρανία (< κρανίον), πρβλ. ημι κρανία] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροκρανίας — ἑτεροκρανίᾱς , ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem acc pl ἑτεροκρανίᾱς , ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκρανίαν — ἑτεροκρανίᾱν , ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκρανιῶν — ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκρανίαις — ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκρανίη — ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροκρανίης — ἑτεροκρανία pain on one side of the head fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροκρανικός — ἑτεροκρανικός, ή, όν (Α) [ετεροκρανία] αυτός που υπόκειται σε ετεροκρανία …   Dictionary of Greek

  • ετεροκράνιον — ἑτεροκράνιον, τὸ (Α) η ετεροκρανία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + κρανίον] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.